• Τρ. Απρ 20th, 2021

Ο Γιώργος Καράγκουτης θα είναι για πάντα σημαδεμένος

Byadmin

Νοέ 19, 2020
c

Το τυροπιτάδικο του Νίκου στέκει στο ίδιο σταυροδρόμι για περισσότερες από τέσσερις 10ετίες. Από το 1977, μάθαμε, ο θρυλικός αρτίστας της σφολιάτας μεγάλωσε γενιές παιδιών της Νέας Σμύρνης με τις ευωδιές και τις γεύσεις του. Του λευκού χρυσού σαν κρέμα που περικλείεται, μπόλικος-μπόλικος, στο τραγανό φύλλο. «Αφού ήρθαμε ως εδώ, θα πάρουμε από μια τυρόπιτα, γιατί δεν έχω φάει ακόμη πρωινό».

Είναι μια ηλιόλουστη Δευτέρα του 2020, η πρώτη του Ιουλίου. Στα 44 του πια, γεννηθείς τον Φλεβάρη του ’76, ο Γιώργος Καράγκουτης έχει αλλάξει κάμποσο από τα χρόνια που στα μικράτα του τέλειωνε την προπόνηση στο ανοιχτό γήπεδο του Πανιωνίου και παρέα με τον Μάκη Δρελιώζη, αδερφό του τον αποκαλεί σ’ όλη την κουβέντα μας, «τρώγαμε από δέκα τυρόπιτες ο καθένας».

Τον ‘προδίδουν’ το μπόι (2μ07) και η διακριτή χροιά της φωνής του. Η απρόσμενη είσοδός μας στο γειτονικό μαγαζάκι προκαλεί έκπληξη και χαρά ταυτόχρονα. Μια μίξη αναπόλησης του παρελθόντος και ευτυχίας για το σήμερα. Που όλοι είναι μια χαρά. Ο γιος του Νίκου σπάει το πρόσωπό του με μια γκριμάτσα ξεκάθαρης οικειότητας. «Θα μας τακτοποιήσεις;» τον ρωτά ο παλαίμαχος φόργουορντ, νυν προπονητής (επικεφαλής των ακαδημιών του Ορφέα Νέου Σκοπού) και -πιθανά- μελλοντικός παράγοντας της ΕΟΚ, ως υποψήφιος στις επερχόμενες εκλογές του φθινοπώρου. «Καθίστε κι έρχομαι», αποκρίνεται ο ‘κληρονόμος’ της τέχνης. «Περαστικοί είμαστε», ανταπαντά ο Καράγκουτης. Παραμείναμε περισσότερες από δύο ώρες. Το πρόσταζε η περίσταση. Κάθε μπουκιά από το φουρνιστό έδεσμα, κομμένο σε καρέ, ζωντανεύει μια διαφορετική ανάμνησή του. Διότι «εδώ μεγάλωσα». Ψάχνει χαρακτηρισμό για να περιγράψει μονολεκτικά τη Νέα Σμύρνη.

«Είναι ζωή μου», διαλέγει να πει. Κουβέντα μεγάλη, μα απολύτως ταιριαστή. «Εδώ πήγα σχολείο, εδώ είναι οι περισσότεροι φίλοι, εδώ έχει χαραχτεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι τόσο της μπασκετικής όσο και της προσωπικής πορείας μου». Όπου κι αν κατοικούσε με την οικογένειά του, γιατί «οι γειτονιές μου ήταν δύο, καθώς στην πορεία μετακομίσαμε», το σημείο αναφοράς του ήταν ένα και το αυτό. Είτε διέμενε «ένα δρόμο πίσω από το γήπεδο της Αρτάκης» είτε «ακριβώς πίσω από την πλατεία».

Μην ρωτάς ποια πλατεία. Μία είναι η πλατεία στην περιοχή όσες κι αν συναντήσεις άλλες περπατώντας ή οδηγώντας στα στενά. Μία και η ομάδα αυτής, «χωρίς να θέλω να υποτιμήσω όλες τις υπόλοιπες», ο Πανιώνιος. Στον οποίο «μπήκα κατευθείαν στα 8 μου». Ως γιος του Χρήστου Καράγκουτη, ο οποίος «ως Νεοκοσμίτης είχε αρχίσει από τον Πρωτέα και έφτασε να παίξει στην τότε Α’ Εθνική με Δάφνη και ΑΕΚ» διέθετε αναμφίβολα ένα πατρικό χάρισμα. Όχι προαπαιτούμενο πάντως για να ενεργοποιηθεί ο νους και να παραχθούν οι κατάλληλες ενδορφίνες. Συνέβη αφότου «παρακολούθησα κάποιους αγώνες της ανδρικής ομάδας στο Αρτάκης, στους οποίους είχα πάει με τον πατέρα μου σαν μικρό παιδάκι». Ήταν τότε που «μού έκανε εντύπωση πολύ και μού μπήκε η ιδέα ν’ ασχοληθώ με αυτό».

Αν ζητάς την ισχυρότερη ανάμνηση από την κερκίδα, ήταν «ο τελικός του ’91 που τον ζήσαμε περισσότερο από κάθε άλλον αγώνα. Ο πατέρας ενός παιδιού από το Παιδικό ήταν κρεοπώλης και είχε ένα βανάκι που χρησιμοποιούσε για τις μεταφορές του. Εκείνη την ημέρα είχαμε δώσει ραντεβού 5-6 παιδιά, άνοιξε το βανάκι και μας έβαλε όλα μέσα για να μας πάει στο ΣΕΦ. Στην κερκίδα ήταν 8-10 χιλιάδες. Θεωρητικά είχε μοιραστεί το γήπεδο, αλλά οι περισσότεροι ήταν Πανιώνιοι λόγω εντοπιότητας. Το φινάλε ήταν κάτι το ονειρικό (σ.σ νίκη 73-70). Ο Πανιώνιος ήταν πάντα στις ομάδες που κυνηγούσαν ένα πρωτάθλημα, αλλά δεν κατάφερε κάποιο παρά την κρυφή ελπίδα ότι θα καταφέρει ένα. Τουλάχιστον ζούσαμε την κάθε χρονιά σαν να είμαστε πρωταθλητές». Πρότερα, πιστευτό ή όχι, ο 5χρονος Γιώργος είχε ενταχθεί σε ομάδα γυμναστικής, η οποία «μου άρεσε γιατί πηγαίνοντας να δω έναν φίλο από τη γειτονιά και την αδερφή του, διαπίστωσα πως είναι ένα είδος διασκέδασης και γράφτηκα. Είχε και ενόργανη και απλή γυμναστική, μια μορφή στίβου σε κλειστό χώρο, ασκήσεις που μετά από χρόνια κατάλαβα ότι μού έκαναν πολύ καλό στην ευελιξία που απέκτησα και στην πλαστικότητα του κορμιού μου. Νομίζω σήμερα ότι η γυμναστική, ο χορός, η πάλη ή το μποξ μπορούν να βοηθήσουν ένα παιδί ν’ αναπτύξει κάποιες δεξιότητες που θα του χρειαστούν σε βάθος χρόνου».

Μην βάλεις κατά νου, φυσικά, πως εκείνα τα χρόνια είχες μπροστά σου ένα πιτσιρίκι με στοιχεία που παρέπεμπαν στο μετέπειτα αγέρωχο άτι των παρκέ. «Τότε δεν ήμουν ιδιαίτερα ψηλός, καθόλου θα έλεγα». Το ‘λεγε σίγουρα η καρδιά του πάντως, μια και έπρεπε να σκαρφαλώσει τη μεσοτοιχία για να περάσει από το σχολείο στο γήπεδο που έστεκε δίπλα. «Όσες κοπάνες είχαμε κάνει ως πιτσιρικάδες εκεί τις κάναμε». Χωρίς ν’ αμελεί τα μαθήματά του. Ήταν μάλιστα «τέτοια η όρεξή μου για να τελειώνω γρήγορα το διάβασμα που είχα για την επόμενη και να πάω για μπάσκετ που δεν μου έπαιρνε πολλή ώρα να τελειώσω. Σίγουρα όχι πάνω από 1-1.5 ώρα. Οι γονείς μου, κυρίως η μητέρα μου, το μόνο που ζητούσαν ήταν να είμαι συνεπής, όχι κάποιος που τους κοροϊδεύει». Όλη αυτή η σπουδή τού αρκούσε για βαθμούς ανώτερους του 16 και ένα απολυτήριο λυκείου που αναγράφει 17.5. Όχι άσχημα για ένα παιδί ταγμένο στο σπορ. Παραδέχεται βέβαια, με ειλικρίνεια, ότι «ο Γιώργος ο Καλαϊτζής ήταν καλύτερος από μένα στο διάβασμα». Συμμαθητές οι δυο τους στο λύκειο, την εποχή δηλαδή που ο νυν βοηθός του Γιώργου Βόβορα στον Παναθηναϊκό «ήρθε ως μεταγραφή από τον Βόλο για να ενταχθεί στην ομάδα».

Μια ομάδα με ζηλευτές, για την εποχή, υποδομές και μια μοναδικότητα στα πρότυπα που λειτουργούσε. Με ανθρώπους που αφιερώθηκαν ψυχή και σώμα στο αναπτυξιακό, όπως «ο αείμνηστος Ανδρέας Βαρίκας, ο Αργύρης Κορωναίος, ο Μίλτος Λαζαρίδης, ο Γιάννης Παπαθανασίου, ο Θεόφιλος Καταλειφός. Άνθρωποι που μέρα-νύχτα ζούσαν μέσα στο γήπεδο». Υπήρχε πλάνο το δίχως άλλο γι’ αυτά τα παιδιά, ‘περιουσία’ του κλαμπ. «Ξυπνούσαμε στις 7 το πρωί και 7:15 ήμασταν στο γήπεδο της Αρτάκης. Ως τις 8:00-8:15 κάναμε προπόνηση και από τον πλαϊνό τοίχο πηγαίναμε στο σχολείο. Ήταν μια έξτρα προπόνηση από το καθημερινό πρόγραμμα. Τότε ο Πανιώνιος είχε τον Σίρζιτς, έναν εκ των κορυφαίων Γιουγκοσλάβων προπονητών στην ατομική εκγύμναση. Ο λεγόμενος Ζούζλα. Ήταν από την εποχή που προπονητής ήταν ο Βλάντο Τζούροβιτς, τον είχε φέρει σε συνεργασία με τον σύλλογο. Συνέχισε τόσο με τον Μίσσα όσο και με τον Ίβκοβιτς, ως τις χρονιές που εμείς ενταχθήκαμε στην ανδρική ομάδα. Όλες οι φουρνιές, οι 74άρηδες, οι 75άρηδες, οι 76άρηδες και οι 77άρηδες – ίσως και κάποιοι 78άρηδες έκαναν μαζί του ατομική προπόνηση».

Αν ξεχώριζε για κάτι ο Σέρβος προπαρασκευαστής, ήταν πως «μας πίεζε τόσο πολύ που φτάναμε στο σημείο να μην καταλαβαίνουμε ούτε κούραση ούτε τι σημαίνει θέλω να σταματήσω για να πιω νερό. Δεν υπήρχε αυτό. Σ’ έφτανε πάντα στα όριά σου. Γιουγκοσλάβικη σχολή ξεκάθαρα. Η βελτίωση της ντρίμπλας ήταν το δυνατό σημείο του, όπως και το σουτ. Όλες οι ασκήσεις που εφάρμοζε ήταν πρωτοποριακές. Δεν είχαμε δουλέψει ποτέ σε αυτούς τους ρυθμούς και σε αυτές τις εντάσεις. Τότε η γιουγκοσλάβικη φιλοσοφία ήταν η πλέον αναγνωρισμένη και κυρίως η πλέον εξειδικευμένη. Είμαστε πολύ τυχεροί που μεγαλώσαμε με δασκάλους από τις σέρβικες ακαδημίες. Το μοντέλο αυτό έδωσε πολλά παιδιά στο μπάσκετ. Αργότερα ήρθε κι ένας άλλος προπονητής, ο Όστοϊτς, που συνέχισε το έργο του Σίρζιτς, και δεν μείναμε λεπτό όλα αυτά τα χρόνια χωρίς γιουγκοσλάβικη επιρροή. Καταλάβαμε από νωρίς ότι το μπάσκετ είναι πάνω απ’ όλα τα βασικά: ντρίμπλα, πάσα, σουτ. Αν δεν μάθεις τα τρία αυτά, μπάσκετ δεν θα μάθεις ποτέ».

Η πρώτη ύλη ήταν εκεί για να δουλευτεί από από το δημιουργό και να πλασθεί ως το τελικό αποτέλεσμα. «Προφανώς ήταν αποτέλεσμα του DNA που κουβαλούσα. Στα 13-14, έφηβος πια, ξέφυγα πάρα πολύ στο ύψος. Μέχρι τότε ήμουν ένα φυσιολογικό παιδί για την ηλικία του. Αδύνατο, με μακριά χέρια απλώς, που όλοι έβλεπαν ότι θα ψηλώσει, αλλά δεν ήξεραν πότε. Ξαφνικά και μέσα σε δυο χρονιές, τις τελευταίες του γυμνασίου, έκανα ένα μεγάλο άλμα και πήρα συνολικά 20 πόντους. Έκτοτε ένα παιδί που ήταν ‘γκαράκι’ και δεν μπορούσε να σπρώξει λόγω αδυναμίας, μεταμορφώθηκε. Από το ‘2’, πήγα στο ‘3’ και κατέληξα στο ‘4’. Από ‘κει έχει προκύψει ο καλός χειρισμός της ντρίμπλας. Οι Σέρβοι που συνάντησα στην πορεία μου και το γεγονός πως δούλευα ως κοντός εξελίχθηκαν σε αβαντάζ».

ΠΗΓΑΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΚΗ ΣΤΟ ΚΑΤ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΗΚΑΜΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΗ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ. ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΗΚΑΜΕ
Θα θυμάσαι, εφόσον τον… θυμάσαι να καλπάζει στο παρκέ, πως ο Καράγκουτης είχε την ευχέρεια «να παίζω ως πλέι μέικερ. Μετά το ριμπάουντ εγώ κατέβαζα την μπάλα πολλές φορές. Παίζαμε ένα τέτοιο μοντέρνο μπάσκετ που δεν χρειαζόταν να δώσεις την πρώτη πάσα στον πόιντ γκαρντ. Αυτός την ίδια ώρα γινόταν ο πλαϊνός που έπαιρνε τον διάδρομο και όποιος κατέβαζε άνοιγε το παιχνίδι από το κέντρο. Παίζαμε ένα πολύ όμορφο μπάσκετ, θεαματικό, τόσο στο παιδικό όσο και στο εφηβικό με τους Βαγγέλη Βλάχο, Ηλία Ζούρο και Κώστα Σορώτο – οι τρεις άνθρωποι με την επιμέλεια της ακαδημίας». Ένα μπάσκετ που χάρισε δύο πανελλήνιους τίτλους, ένα μπάσκετ «που για το στιλ του μάς έκανε ξεχωριστούς. Ο κόσμος έβλεπε παιδικοεφηβικά και πέρναγε ευχάριστα την ώρα του, τα ανοικτά γέμιζαν. Οι άνθρωποι της πλατείας, άνθρωποι που αγαπούσαν τον Πανιώνιο δεν έχαναν ματς. Τις καλές εποχές γεμίζαμε κάθε φορά μια εξέδρα των 300 ατόμων σχεδόν. Χωρίς διαφήμιση, χωρίς social media, χωρίς ίντερνετ. Ο μόνος τρόπος για να μάθεις τι είχε γίνει ήταν ένα εβδομαδιαίο περιοδικό, Basket… κάτι, πολύ πριν από το ‘Τρίποντο’, που στην τελευταία σελίδα είχε τ’ αποτελέσματα των παιδικοεφηβικών και καμιά φορά χαιρόμασταν που είχε και πόντους σε κανένα ντέρμπι με τον Ολυμπιακό».

Αναμφισβήτητα αναγνωρίζει την επιρροή που είχε πάνω του η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του ’87 και η σταδιακή εκτόξευση του ελληνικού μπάσκετ. «Ήταν η αρχή για μένα. Αν εγώ μπήκα δειλά-δειλά στο σπορ ως ένα παιδί που τσαλάκωνε χαρτιά, τα έφτιαχνε μπάλες και τα πετούσε στο καλάθι των σκουπιδιών που είχε κρεμάσει ψηλά, η επιτυχία της Εθνικής ήταν η σπίθα που άναψε το φιτίλι, αυτή που έβαλε μέσα μου το μικρόβιο. Όλοι οι 76άρηδες ήμασταν η γενιά του ’87 και ο έρωτάς μου με τον Φάνη άρχισε τότε». Φάνης ο εις επίσης, άνευ περαιτέρω εξηγήσεων και ερμηνειών. Το Χριστοδούλου περισσεύει. Υπόκλιση στον πληρέστερο παίκτη που ανέδειξαν τούτα τα χώματα. «Αν τον Φάνη έπρεπε να τον δεις όπως ήταν, θα έλεγες πως ήταν ένα ‘κακό’ παράδειγμα. Είναι όμως παιδί-διαμάντι και όλοι τον αγαπούσαν. Έδεσε πολύ με μας τους νέους στην παρέα, ήταν ακομπλεξάριστος. Έχει τρομερή αίσθηση του χιούμορ, ασχέτως αν οι πλάκες άρχιζαν και τέλειωναν σε μένα (γέλια). Ήταν επίσης το πρότυπό μας. Μ’ έκανε ν’ αγαπήσω ακόμη περισσότερο το μπάσκετ και να προσπαθήσω να γίνω σαν κι αυτόν». Να του μοιάσει δεν ήταν εφικτό. Αν έπρεπε να τον παρομοιάσεις με κάποιον ήταν ο Τόνι Κούκοτς. ‘Καραγκούκοτς’ το ψευδώνυμό που τον συντρόφευε, άλλωστε. Το επιβεβαίωσε. «Υπήρχε όντως μία παραπλήσια σωματοδομή, στο ύψος και στα χαρακτηριστικά», συμφωνεί ξεκάθαρα «αν και αυτός ήταν αριστερόχειρας». «Ήταν ένας παίκτης, το στιλ του οποίου μου άρεσε πάντα. Αυτό το all around στοιχείο και η ευχέρειά του να κατεβάζει την μπάλα και να γίνεται ταυτόχρονα και πλέι μέικερ και σκόρερ και ο ψηλός και ο αμυντικός. Ήταν κάτι που με συνάρπαζε και με έκανε να θέλω να φτιάξω το παιχνίδι πάνω σε αυτό», συμπληρώνει επεξηγηματικά.

Ο Γιώργος Καράγκουτης φωτογραφίζεται για το Contra.gr στο κλειστό ‘Ανδρέας Βαρίκας’
Ο Γιώργος Καράγκουτης φωτογραφίζεται για το Contra.gr στο κλειστό ‘Ανδρέας Βαρίκας’ TOURETTE PHOTOGRAPHY
Η πρόοδος και η εξέλιξή του, δυο έννοιες ταυτόσημες, υπήρξαν ραγδαίες. Σε τέτοιο βαθμό που από το 1992, 16 ετών μόλις, «άρχισα προπονήσεις με την πρώτη ομάδα, στην οποία ανήκε -μην ξεχνάμε- ο Πι Τζέι Μπράουν, με τη μεγάλη καριέρα μετέπειτα στο ΝΒΑ. Στο φινάλε εκείνης της περιόδου είχαμε το τραγικό συμβάν με τον Μπόμπαν. Μας σημάδεψε τη ζωή, τολμώ να πω». Φαίνεται πως ακόμη τον πονά βαθιά ό,τι συνέβη με τον Γιάνκοβιτς στις 28 Απριλίου του ’93, αποτυπώνεται στη δυσκολία που μετρά τα λόγια του. «Στους εντός έδρας αγώνες καθόμασταν πάντα πίσω από τη μία μπασκέτα, αυτήν στην οποία ήταν ο πάγκος του Πανιωνίου. Δεν αλλάξαμε ποτέ. Το ατύχημα έγινε στην απέναντι και υπήρχε απόσταση. Αρχικά δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει. Εκτός των όσων πήγαν πολύ κοντά και είδαν πόσο μεγάλη είναι η ζημιά, στους υπόλοιπους δεν μεταφέρθηκε τίποτα». Το βράδυ εκείνο ήταν βουβό. «Πήγαμε με τον Μάκη στο ΚΑΤ για να τον δούμε και μόνο τότε αντιληφθήκαμε πραγματικά τη σοβαρότητα. Συγκλονιστήκαμε. Ο Μπόμπαν ήταν ένας άνθρωπος που θα έδινε τόσα πολλά στον Πανιώνιο που θα έμενε για πάρα πολλά χρόνια». Ο Γιάνκοβιτς δεν έπαιξε μπάσκετ άλλη φορά. Καθηλώθηκε σε αναπηρικό αμαξίδιο και απεβίωσε 13 χρόνια αργότερα.

Το δωμάτιο του είχε Δράκο και καψώνι με το ασανσέρ
Ο ‘σημαδεμένος’ από το συμβάν Καράγκουτης όφειλε να κοιτάξει μπροστά, ήταν στο δρόμο για τα 18 του, μόλις. «Την επόμενη χρονιά εντάχθηκα κανονικά στους άνδρες. Εγώ και ο Ντούσαν Γέλιτς που ήταν μαζί μας στο εφηβικό, αλλά δεν μπορούσε να παίξει γιατί περιμέναμε τα χαρτιά του. Βρήκαμε εκεί τον Δρελιώζη και τον Κικίλια που είχαν ‘ανέβει’ την προηγούμενη. Ήταν τα χρόνια των ελληνοποιήσεων τότε, ένα μοντέλο από το οποίο δεν ξέφυγε ο Πανιώνιος. Είχε φέρει και τον Λάζιτς, ένα παιδί που δεν έπαιξε ποτέ. Αλλά και τον Βούκσεβιτς που μεγάλωσε μαζί μας, στο ανοιχτό, αλλά έφυγε γιατί ο Πανιώνιος δεν κατόρθωσε να τον κάνει Έλληνα». Η περίοδος εκμάθησης και προσαρμογής σ’ ένα διαφορετικό και πολύ πιο απαιτητικό περιβάλλον είχε ενεργοποιηθεί. Λίγους μήνες αργότερα είχε ήδη πείσει ότι άξιζε την ευκαιρία του. Ειδάλλως δεν θα ‘χε νόημα «στα τελειώματα της σεζόν 1993-94 με τον Μίσσα προπονητή και με τους Γιαννάκη, Τέρνερ και Στόουκς να ξεκινάω στη βασική πεντάδα». Πολύ πιθανόν στην πιο ποιοτική πεντάδα που εμφάνισε ο Πανιώνιος τα χρόνια της ακμής του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *